ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Δυναμική έγκαιρη και αιχμηρή ενημέρωση
Λίγα λόγια για εμένα
ΟΙ κοινωνικές απόψεις και αντιθέσεις δημιουργήθηκαν για να σας ενημερώνουν σφαιρικά με θέματα της Επικαιρότητας.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ


ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
455 αναγνώστες
Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012
09:57

Η πίεση που μετριέται στο αρτηριακό τμήμα υφίσταται μεταβολές κυκλικές που ακολουθούν τις φάσεις της λειτουργίας της καρδιάς. Οι τιμές αυτής της κυκλικής καμπύλης είναι:

-Η μέγιστη ή συστολική πίεση παραγόμενη κατά την διάρκεια της φάσης συστολής της καρδιάς και είναι σχετική με την συστολική πλήρωση της αριστερής κοιλίας, με την ταχύτητα της εξόδου και την διασταλτικότητα της αορτής, αντανακλά, δηλαδή με εκλεκτικό τρόπο τις μεταβολές της καρδιακής έκχυσης και τις διαφοροποιήσεις της διασταλτικότητας των παχέων αγγείων.

-Η ελάχιστη ή διαστολική πίεση που παραμένει στα αγγεία στο τέλος της φάσης ανάπαυσης της καρδιάς και που είναι έκφραση του γεγονότος ότι τα αγγεία παραμένουν πλήρη από αίμα, αν και η ροή σε αυτά είναι ωθητική και εξαρτάται από την ευκολία ροής του αίματος προς την περιφέρεια. Είναι ένας δείκτης της κατάστασης συστολής ή διαστολής των περιφερειακών αγγείων.

Είναι προτιμότερο να ορίσουμε την αρτηριακή υπέρταση σαν μια φυσιοπαθολογική κατάσταση και όχι σαν πάθηση. Αποτελεί σύμπτωμα μιας σύνθετης δυσλειτουργίας που συχνά δεν διακρίνεται. Η διάγνωση βασίζεται στον καθορισμό της αρτηριακής πίεσης και στην σύγκριση των τιμών που είναι ανώτερες από εκείνες που κατά προσέγγιση έχουμε καθορίσει και δεχθεί σαν φυσιολογικές.

Είναι κοινό σύμπτωμα σε διάφορες παθήσεις όπως των νεφρών, των επινεφριδίων, του θυρεοειδή, οι οποίες δημιουργούν μια υπερτασική κατάσταση με την υπερβολική ή μη αρμονική έκκριση ορμονών.

Η χρόνια αύξηση των τιμών της αρτηριακής πίεσης, προκαλεί ανατομικές μεταβολές των αγγειακών τοιχωμάτων, που ενδιαφέρουν με σειρά αυξανόμενης συχνότητας, την καρδιά, τον εγκέφαλο, τα νεφρά και άλλα όργανα.

Εξαιτίας αυτής της κακοήθους δυνατότητας να μετασχηματιστεί από «υπέρταση» σε «υπερτασική καρδιοπάθεια» (ή εγκεφαλοπάθεια ή νεφροπάθεια)και εξαιτίας των συνεπειών που οι παθήσεις αυτές έχουν στην διάρκεια και την κατάσταση της ζωής, η υπέρταση γίνεται από σύμπτωμα, σοβαρή και σπουδαία πάθηση, της οποίας η θεραπεία δεν πρέπει για κανέναν λόγο να αμεληθεί.(Γκούμας - Κωτσιόπουλος,1993)

ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Αρτηριακή υπέρταση χαρακτηρίζεται η αύξηση της πίεσης του αίματος μέσα στις αρτηρίες της συστηματικής κυκλοφορίας, πάνω από ορισμένα όρια που θεωρούνται ως φυσιολογικά. Είναι χρόνια νοσολογική οντότητα, αρκετά συχνή, στην πλειονότητα άγνωστης αιτιολογίας και περιλαμβάνεται στους κύριους παράγοντες κινδύνου των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η αρτηριακή πίεση αυξάνεται με την ηλικία προοδευτικά, ιδιαίτερα στις κοινωνίες με σύγχρονο τρόπο ζωής. Μεταβάλλεται συνεχώς μέσα στις αρτηρίες, λόγω του τρόπου εξώθησης του αίματος από την αριστερή κοιλία, αλλά μεταβάλλεται και από άτομο σε άτομο και κατά την διάρκεια του 24ωρού (επηρεάζεται από τον ύπνο, τη συγκίνηση, το άγχος, το ψύχος, τα γεύματα, τον πόνο, τον βήχα, την θέση του σώματος κ.α.)

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς, ότι είναι δύσκολο να καθοριστούν φυσιολογικά όρια πίεσης. Θεωρείται όμως ορθότερο και γενικώς παραδεκτό να γίνεται συσχέτιση του επιπέδου της αρτηριακής πίεσης του εξεταζόμενου με την ηλικία και το φύλο του.

Η αρτηριακή πίεση (ΑΠ) μετρείται με την βοήθεια ειδικού αεροθαλάμου και μανομέτρου, συνήθως στο βραχίονα του αρρώστου. Διακρίνεται η συστολική ή μέγιστη ΑΠ και η διαστολική ή ελάχιστη ΑΠ. Η διαφορά πίεσης μεταξύ των δύο αυτών λέγεται διαφορική πίεση ή πίεση σφυγμού. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίδεται στον ορθό τρόπο μέτρησης, στις προϋποθέσεις και στην ορθή τακτική, ώστε να αποφεύγονται λάθη στην εκτίμηση της αρτηριακής πίεσης, αλλά και στον χαρακτηρισμό ενός ατόμου ως υπερτασικό.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως υπέρταση ορίζεται το επίπεδο της αρτηριακής πίεσης πάνω από 140/90 mmHg.Αναλυτικότερα απο140/90 mmHg μέχρι 160/95 mmHg η υπέρταση ονομάζεται οριακή και από 160/95 mmHg και πάνω ονομάζεται μόνιμη υπέρταση.

Αξιοσημείωτο είναι ότι επειδή η υπέρταση είναι συνήθως ασυμπτωματική με ύπουλη διαδρομή και είναι δυνατόν να υπάρχει ανεξάρτητα από την ηλικία, σήμερα συνιστάται ο έλεγχος από την παιδική ηλικία, αφού οι επιπτώσεις της υπέρτασης είναι βαριές και σχετίζονται με την αρτηριοσκλήρυνση και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Για να κατανοηθεί η παθογένεια της αρτηριακής υπέρτασης, πρέπει να αναφερθεί ότι η αρτηριακή πίεση εξαρτάται από δύο παράγοντες:

Α)από την καρδιακή παροχή και

Β)από τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις.(Χανιώτης,1997)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Από άποψη αιτιολογίας είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι σε ποσοστό 85-90% περίπου η υπέρταση είναι άγνωστης αιτιολογίας και καλείται ιδιοπαθής ή πρωτοπαθής.

Στο 10-15% των περιπτώσεων η υπέρταση είναι αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης πάθησης(δηλαδή οφείλεται οπωσδήποτε σε κάποια αιτία) και καλείται δευτεροπαθής.

Στην ιδιοπαθή υπέρταση θεωρείται ότι σπουδαίο ρόλο διαδραματίζει η κληρονομικότητα, η διατροφή, ο τρόπος ζωής κ.α.

Στην δευτεροπαθή υπέρταση οι σημαντικότερες παθήσεις που ενοχοποιούνται είναι:

-Στένωση ισθμού αορτής

-Παθήσεις των νεφρών (νεφρογενής υπέρταση)

1)του νεφρικού παρεγχύματος (σπειραματονεφρίτιδα, πυελονεφρίτιδα, νεφροπάθεια από αναλγητικά, νεφροπάθεια από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή οζώδη πολυαρτηρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο, διαβητική νεφροπάθεια, αμυλοείδωση, νεφροβλάστωμα κ.α.)

2)πολυκυστικοί νεφροί

3)στένωση νεφρικής αρτηρίας( αθηροσκλήρωση ή ινομυϊκή υπερπλασία), νεφρικές αρτηριακές εμβολές ή νεφρικά αρτηριοφλεβώδη ανευρύσματα.

-Ενδοκρινικές παθήσεις ή ορμονοθεραπεία

1)φαιοχρωμοκύττωμα

2)σύνδρομο Cushing(φαρμακευτικό ή μη)

3)πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn)

4)αντισυλληπτικά δισκία

5) υπερθυρεοειδισμός ενίοτε

-Τοξιναιμία κύησης. (Χανιώτης,1997)

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

-Συνήθως ασυμπτωματικά ώσπου να εξελιχθεί η βαρεία.

-Λήθαργος

-Ζάλη

-Οπτικά σκυτώματα

-Παροδική παράλυση

-Διαταραχή της ψυχικής κατάστασης

-Κεφαλαλγίες,συνήθως το πρωί

-Επίσταξη

-Κώμα

-Θωρακικό άλγος(μπορεί να είναι στηθάγχη ή διαχωριστικό ανεύρυσμα)

-Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια

-Καρδιακές αρρυθμίες

-Ναυτία

-Έμετος

-Σπασμοί (Καραχάλιος,2001)

ΚΛΙΝΙΚΑ/ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

-Οποιοσδήποτε συνδυασμός των κλινικών εκδηλώσεων

-Αύξηση της ουρίας του αίματος και κρεατινίνης του ορού

-Αιματουρία, ερυθροί κύλινδροι, λευκωματουρία.

-Νεφρική βλάβη.

-Οίδημα, αιμορραγίες και εξιδρώματα του αμφιβληστροειδούς.

-Υπερτροφία της αριστερής κοιλίας στο ΗΚΓ.

-Ισχαιμικές ΗΚΓ αλλοιώσεις.

-Φύσημα ανεπάρκειας της αορτής

-Ρόγχοι

-S3 καλπασμός

-Πνευμονικό οίδημα

-Απώλεια νατρίου του ορού με υπογκαιμία

-Υπερκαλιαιμία(αν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια) (Καραχάλιος,2001)

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Για να γίνει η διάγνωση και η διαφορική διάγνωση της υπέρτασης, πρέπει να ακολουθηθεί η σωστή τακτική στη διερεύνηση του υπερτασικού ασθενούς. Η διερεύνησης αυτή επιδιώκει να αποκαλύψει όχι μόνο την αιτιολογία αλλά και την σοβαρότητα της υπέρτασης στο συγκεκριμένο άτομο.

Έτσι πρέπει να γίνει λεπτομερής λήψη ιστορικού και φυσική εξέταση(ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στο καρδιαγγειακό και ουροποιητικό σύστημα και στα ευρήματα από την βυθοσκόπηση των οφθαλμών) και πρέπει να προγραμματίζονται οι απαραίτητες σχετικές εξετάσεις.

Πλήρης όμως εργαστηριακή μελέτη πρέπει να γίνεται στους λίγους εκείνους ασθενείς για τους οποίους υπάρχει κλινική υποψία δευτεροπαθούς υπέρτασης( π.χ. στένωση ισθμού αορτής, φαιοχρωμοκύττωμα, νεφρική πάθηση), διότι όπως προανέφερα στο 85-90% η υπέρταση είναι ιδιοπαθής και συνεπώς η ύπαρξη επιλογής επιβάλλεται.

Οι συνιστώμενες εργαστηριακές εξετάσεις για την διερεύνηση της αρτηριακής υπέρτασης είναι οι ακόλουθες:

-ΗΚΓ: Μπορεί να δείχνει αριστερή κοιλιακή υπερτροφία ή άλλες ανωμαλίες.

-Ακτινογραφία για καθορισμό του μεγέθους της καρδιάς.

-Εξέταση ούρων: πρωτεϊνουρία, μικροβιουρία( αν υπάρχει πυελονεφρίτιδα), πυουρία και αιματουρία.

-Ουρία και κρεατινίνη ορού, για έλεγχο της λειτουργία των νεφρών.

-Εξέταση ορού αίματος για επίπεδε νατρίου, καλίου και χλωρίου.

-Ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις για διαπίστωση παθήσεων που δευτεροπαθώς προκαλούν υπέρταση όπως: φαιοχρωμοκύτωμα, πρωτοπαθής αλδοστερονισμός, σύνδρομο Cushing.(Χανιώτης,1997)

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Τα προβλήματα του υπερτασικού αρρώστου είναι τα εξής:

-Ελλιπής διακίνηση Ο2 (καρδιακή ανεπάρκεια, βλάβη του τοιχώματος των αγγείων).

-Θρεπτικό ανισοζύγιο (ναυτία,έμετοι)

-Υδατοηλεκτρικό και οξεοβασικό ανισοζύγιο (καρδιακή ανεπάρκεια, κακή νεφρική λειτουργία, έμετοι).

-Προβλήματα απέκκρισης (κακή νεφρική λειτουργία)

-Μείωση δραστηριοτήτων(αίσθημα κόπωσης, απώλεια βάρους)

-Μείωση άνεσης( πονοκέφαλος, δύσπνοια, πολυουρία, νυχτουρία)

-Πόνος, αγωνία

-Προβλήματα από την αλλαγή του σωματικού ειδώλου (αν η υποκείμενη πάθηση είναι σύνδρομο Cushing.)

-Κίνδυνοι από κακή λειτουργία του εγκεφάλου

-Προβλήματα χρονιότητας της νόσου.(Σαχίνη-Καρδάση,1997)

ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ

-Μείωση της αρτηριακής πίεσης σε επίπεδα συμβατά με την άριστη λειτουργία του οργανισμού και για πρόληψη επιπλοκών.

-Διόρθωση υποκείμενης παθολογίας (δευτεροπαθής υπέρταση)

-Διόρθωση ανισοζυγίων, αν υπάρχουν

-Βοήθεια του αρρώστου να κατανοήσει την φύση της κατάστασης του, καθώς και το θεραπευτικό σχήμα και να συμμορφωθεί με αυτό. (Σαχίνη-Καρδάση,1997)

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία της υπέρτασης διακρίνεται στην συντηρητική και στην φαρμακευτική.

Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει αφενός υγιεινοδιαιτητικά μέτρα (περιορισμός αλατιού, διακοπή καπνίσματος, καταπολέμηση παχυσαρκίας, αποφυγή stress, συχνή σωματική άσκηση).

Η φαρμακευτική θεραπεία γίνεται με ένα αντιϋπερτασικό ή με συνδυασμό περισσοτέρων φαρμάκων και αποσκοπεί στην ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, κατά τον δυνατόν στα φυσιολογικά όρια, με δόσεις και με τρόπο που απαραίτητα πρέπει να εξατομικεύονται.

Η αντιϋπερτασική θεραπεία συνήθως πρέπει να συνεχίζεται δια βίου και αν ελέγχεται σε τακτά διαστήματα, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα της, αλλά και για την περίπτωση εμφάνισης φαρμακευτικών παρενεργειών.

Τα αντιϋπερτασικά φάρμακα κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους, οι οποίες κατηγορίες είναι οι παρακάτω:

-Διουρητικά

-Αγγειοδιασταλτικά

-Αναστολείς β-αδρενεργικών υποδοχέων(β-αναστολείς)

-Συμπαθητικολυτικά φάρμακα

-Αναστολείς των διαύλων ασβεστίου

-Αναστολείς του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτασίνης.(Χανιώτης,1997)

ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΙΣ- ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

1)Υψηλός κίνδυνος για μη επαρκή φροντίδα στο σπίτι.

Σχετιζόμενοι παράγοντες: Ελλιπείς γνώσεις όσον αφορά την κατάσταση και το θεραπευτικό σχεδιασμό καθώς και δυσχέρεια προσαρμογής στην χρόνια κατάσταση.

Παρεμβάσεις:

-Εκτιμάμε αν ο ασθενής κατανοεί τι είναι υπέρταση(ορισμός, σημασία των σημείων και συμπτωμάτων).Τονίζουμε με έμφαση ότι η υπέρταση είναι νόσος δια βίου και απαιτεί συνεχή θεραπεία.

-Διδάσκουμε στον ασθενή για την φαρμακευτική του αγωγή (συμπεριλαμβάνουμε την δόση, μορφή, και τις παρενέργειες).

-Βοηθούμε τον ασθενή να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα ημερήσιας άσκησης (βάδιση, κολύμπι, ποδηλασία κ.λ.π.).Συνιστούμε την ελάττωση του βάρους και διακοπή του καπνίσματος.

-Βοηθούμε τον ασθενή να διαπιστώσει τις συνήθεις πηγές του άγχους και να σχεδιάσει τρόπους ελαχιστοποίησης τους.

-Ο ασθενής συζητάει με τον διαιτολόγο τον τρόπο σχεδιασμού της δίαιτας (περιορισμός του αλατιού, ελάττωση της χοληστερόλης, κ.λ.π.)

2) Υψηλός κίνδυνος κακής αιματώσεως των ιστών.

Σχετιζόμενοι παράγοντες: Δευτερογενής βλάβη των οργάνων από μη ελεγχόμενη υπέρταση.

Παρεμβάσεις:

-Παρακολούθηση:

-Α.Π. κάθε 4 ώρες

-Προσλαμβανόμενα και αποβαλλόμενα υγρά κάθε 8 ώρες

-Αν ο ασθενής εισαχθεί στο νοσοκομείο λόγω υπερτασικής κρίσης, χορηγούνται αντιϋπερτασικά φάρμακα και εκτιμάμε την αποτελεσματικότητά τους.

-Ενημέρωση του ιατρού αν τα αποβαλλόμενα ούρα είναι λιγότερα των 30ml/ώρα.

-Όταν χορηγούμε σε συνεχή ενδοφλέβιο έγχυση τα αντιϋπερτασικά φάρμακα τοποθετούμε σύστημα ελέγχου της καρδιακής λειτουργίας.

-Ο ασθενής παραμένει σε ημικαθιστή θέση μέχρι η Α.Π. να σταθεροποιηθεί στο επιθυμητό επίπεδο. (Καραχάλιος,2001)

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Μια ιστοσελιδα με πλούσια θεματολογια από τον Ελληνικό και Διεθνή χώρο.
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις